Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ (Κισά μπατζάκ)

Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος (1884-1944), γνωστός ως Κισάμπατζάκ (κοντοπόδαρος) 
γεννήθηκε στο χωριό Τσορτουκλή της Μερζιφούντας του Πόντου. Την περίοδο 1911-1912 υπηρέτησε στον τουρκικό στρατό και μετά έφυγε στα βουνά όπου μαζί με τα αδέλφια του σχημάτισε την πρώτη αντάρτικη ομάδα. Γρήγορα αναδείχθηκε οπλαρχηγός μεγάλης δύναμης ανταρτών του Δυτικού Πόντου ενώ ήταν γνωστός για τη σκληρότητα με την οποία διεξήγαγε τον ανταρτοπόλεμο εναντίον των Τούρκων. 
Αρχηγός για το Βουνό Ταφσάν Ντάγ (Βεζίρ Κιοπρού-Μερζιφούντας),τον οποίο όρισαν στην Τραπεζούντα οι Καπεταναίοι και ο Ρώσος Στρατηγός ως υπαρχηγό του Γενικού Αντών Καραμπέγ. Αντάρτης όλα τα χρόνια εναντίον των Τούρκων προάσπισε με την πατριωτική του δράση τον Ποντιακό Ελληνισμό καταφέρνοντας καθοριστικά κτυπήματα εναντίον των Τούρκων με σημαντικότερο εκείνο της μάχης του Τσασούρ το 1919. Μία μάχη με την οποία ο Κισάμπατζάκ πήρε "εκδίκηση" για τις αγριότητες των Τούρκων εναντίον των Ελλήνων ύστερα από τη μάχη στη Ματωμένη Σπηλιά.
Το 1924 ο τουρκόφωνος, ορθόδοξος οπλαρχηγός ήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στον Κούκκο μαζί με αρκετά μέλη της οικογένειάς του και πολλούς συμπατριώτες του.
Λίγους μήνες μετά την Κατοχή, ο Κισά Μπατζάκ ως επικεφαλής μια ομάδας Κουκιωτών πήγε στην Ηπειρο για να αγοράσει όπλα που είχε εγκαταλείψει ο ελληνικός στρατός κατά την υποχώρηση. Η ομάδα κατάφερε να φέρει στον Κούκο πάνω από 1500 όπλα.
Σύντομα ο Κισά Μπατζάκ έγινε το μήλο της έριδας για τις αντιστασιακές οργανώσεις αφού θα ήσαν πολύτιμοι σύμμαχοι σε έναν αγώνα που ο ίδιος και οι άντρες του ήξεραν καλά πολεμώντας χρόνια στα βουνά του Πόντου. Από το κονάκι του πέρασαν εκπρόσωποι του ΕΛΑΣ και της ΠΑΟ όταν ακόμη αυτές οι δύο οργανώσεις πολεμούσαν παράλληλα και δεν είχαν έλθει σε ρήξη. Οι δύο πλευρές είχαν καταλάβει πως όποιος έπαιρνε τον Κισά Μπατζάκ θα κέρδιζε την πλειοψηφία των τουρκόφωνων ποντίων της περιοχής.
Σκοτώθηκε στη μάχη του Κιλκίς.

Ακολουθούν 3 αναφορές για τον Κισάμπατζάκ και την δράση του στην κατοχή,διαλέξτε αυτήν που επιθυμείτε...

*Ο Στράτος Δορδανάς έψαξε για τους δωσίλογους της Θεσσαλονίκης και το αποτέλεσμα είναι το βιβλίο «Έλληνες εναντίον Ελλήνων», Εκδόσεις επίκεντρο, 2006.
Λέει για τον Κισάμπατζάκ.....



.........Εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν. Γιατί αν όλοι οι προηγούμενοι υπηρέτησαν τους Γερμανούς με τη θέλησή τους, σε ένα συνδυασμό απατεωνίστικου καιροσκοπισμού και ιδεολογίας, ο Κισά Μπατζάκ (Κοντοπόδαρος)  τους προσέγγισε κάτω από την αδήριτη ανάγκη της σύγκρουσής του με τον ΕΛΑΣ. Είναι αστείο ακόμα και να ειπωθεί ότι ο τουρκόφωνος αυτός επαγγελματίας πολεμιστής (ήταν οπλαρχηγός στον Πόντο) είχε την παραμικρή ροπή προς τον εθνικοσοσιαλισμό, τον οποίο πιθανότατα δεν καταλάβαινε. Είναι γεγονός όμως ότι ενόψει του μείζονος (κατ’ αυτόν) καθήκοντος, δηλαδή της αντιπαράθεσης με τον ΕΛΑΣ, συνεργάστηκε με τους Γερμανούς και μάλιστα λίαν επωφελώς γι’ αυτούς, καθώς δεν ήταν στρατηλάτης της φακής, όπως ο Πούλος ή ο Βήχος, αλλά πραγματικός, σκληροτράχηλος πολεμιστής. Επέκτεινε έτσι την προσωπική του τραγωδία σε χιλιάδες τουρκόφωνους (κυρίως) πόντιους που τον ακολούθησαν και σφαγιάστηκαν στο Κιλκίς, ακολουθώντας πιστά τις επιλογές των αρχηγών τους και κυρίως τις δικές του.

Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος γεννήθηκε στον Δυτικό Πόντο, όπου και σχημάτισε την πρώτη αντάρτικη ομάδα. Υπήρξε επικεφαλής του ποντιακού αντάρτικου ως το τέλος. Στα 1924 εγκαταστάθηκε στον Κούκο της Πιερίας. Στην αρχή της κατοχής πήγε στην Ήπειρο για να αγοράσει όπλα που είχε εγκαταλείψει ο ελληνικός στρατός. Λέγεται ότι έφερε περί τα 1500 όπλα στην Πιερία, αριθμός που φαντάζει υπερβολικός. Δείχνει ωστόσο την απόφαση των τουρκόφωνων ποντίων να υπερασπιστούν μόνοι τους, με το όπλο στο χέρι, τα χωριά τους και τις οικογένειές τους.
Ο ΕΛΑΣ, όπως και η ΠΑΟ, προσπάθησε να εντάξει τον Παπαδόπουλο στις γραμμές του, γεγονός που θα σήμαινε ταυτόχρονη ένταξη και όλου του τουρκόφωνου ποντιακού στοιχείου της περιοχής. Η προσπάθεια όμως έγινε άτσαλα, με τον συνήθη τρόπο του ΕΛΑΣ, χωρίς να δίνεται κανένα περιθώριο αυτονομίας στις κινήσεις και τη διοίκηση. Από την πλευρά του οπλαρχηγού υπήρχε ήδη έντονη εχθρότητα προς τους Ρώσους κομμουνιστές, οι οποίοι είχαν βοηθήσει τον Κεμάλ, εις βάρος του δικού του αγώνα. Για τους λόγους αυτούς, ο αρραβώνας με τον ΕΛΑΣ δεν έγινε ποτέ. Και σα να μην έφτανε αυτό, στο τέλος μιας συνάντησης  στελεχών του ΕΛΑΣ με τον Κισά Μπατζάκ, έγινε μια αποτυχημένη απόπειρα εναντίον του. Ακολούθησαν εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ ΕΛΑΣ και ΠΑΟ, από την άνοιξη ως το φθινόπωρο του 1943, με επικράτηση του ΕΛΑΣ και αποχώρηση των άλλων αντιεαμικών από την περιοχή. Ωστόσο, ο Κισά Μπατζάκ παρέμεινε επιτόπου, ως επικεφαλής όσων ένοπλων αντι-εαμικών είχαν απομείνει.

Τότε μπήκαν στο παιγνίδι οι Γερμανοί. Ο Κισα Μπατζάκ τους ζήτησε να μην έρθουν στον Κούκο, ο οποίος  ήταν γεμάτος όπλα, για να μπορέσει να συνεχίσει την άμυνά του έναντι του ΕΛΑΣ. Οι Γερμανοί συμφώνησαν ευχαρίστως, χωρίς όμως να δώσουν πρόσθετο οπλισμό, όπως ζητούσε ο πόντιος οπλαρχηγός. Κάτι που έκαναν αργότερα, όταν ο Κούκος κατόρθωσε να αποκρούσει τις πρώτες επιθέσεις του ΕΛΑΣ, στο τέλος του 1943. Αποχωρώντας οι Ελασίτες πήραν μαζί τους περίπου 150 ομήρους, μεταξύ των οποίων η γυναίκα και η κόρη του Κισά Μπατζάκ. Η μάχη κράτησε από τις 17 έως τις 24 Νοεμβρίου 1943, οπότε επενέβησαν οι Γερμανοί υπέρ των αμυνομένων. Ένα μήνα αργότερα οι Γερμανοί απελευθέρωσαν τους ομήρους που είχε πάρει ο ΕΛΑΣ, εκτός από 8 που εκτελέστηκαν. Μεταξύ των 8 ήταν η γυναίκα και η κόρη του πόντιου αρχηγού.
Μετά από όλα αυτά ο Κισά Μπατζάκ βρέθηκε πολύ ενισχυμένος. Μπόρεσε να επεκτείνει την «άμυνα» εναντίον του ΕΛΑΣ σε πολλά χωριά της περιοχής, στα οποία δημιουργήθηκαν αντικομμουνιστικές επιτροπές, οι οποίες εξοπλίστηκαν και σχημάτισαν μεταξύ τους δίκτυο. Το άμεσο όφελος για τους Γερμανούς ήταν προφανές: ο ΕΛΑΣ δεν μπορούσε πλέον να απειλεί την Κατερίνη και τη σιδηροδρομική γραμμή, ενώ και οι γραμμές ανεφοδιασμού του έγιναν επισφαλείς. Σε μια από τις τοπικές συγκρούσεις με τον ΕΛΑΣ σκοτώθηκε και ο γιος του Κισά Μπατζάκ, γεγονός που αντί να κάμψει σκλήρυνε ακόμα περισσότερο το φρόνημα του οπλαρχηγού.

Το καλοκαίρι του ’44 ο Κισά Μπατζάκ, αδιαμφισβήτητος πλέον αρχηγός των αντιεαμικών δυνάμεων που συνεργάζονταν με τους Γερμανούς, μετέφερε την έδρα του στη Θεσσαλονίκη και από εκεί διηύθυνε τον πόλεμο κατά του ΕΛΑΣ σε ολόκληρη την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία. Παράλληλα, βρέθηκε χρόνος για μια επίσκεψη στη Βιένη (!) και, φυσικά, για συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον Χίτλερ, μετά την απόπειρα δολοφονίας του. Αλλά, οι Γερμανοί αποχωρούσαν. Έτσι, το τέλος του καλοκαιριού βρήκε τον Κισα Μπατζάκ να διαπραγματεύεται την ένταξή του στον ΕΔΕΣ, προκειμένου να σώσει την κατάσταση: ο ΕΛΑΣ περίμενε έτοιμος να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς και η κυβέρνηση του Καΐρου  είχε καταδικάσει απερίφραστα τους συνεργάτες των Γερμανών.
Οι διαπραγματεύσεις με τον ΕΔΕΣ παραλίγο να πετύχουν, αλλά απέτυχαν  και ο βασικός λόγος ήταν η συμμετοχή του ΕΑΜ στην κυβέρνηση Παπανδρέου, η οποία, ως μείζων πολιτικός στόχος, επέβαλε στους Άγγλους την (καιροσκοπική και ανειλικρινή) καταδίκη των “Ταγμάτων”. 
Ο επίλογος γράφτηκε στο Κιλκίς , όπου μετά τη μάχη, προσπαθώντας να οδηγήσει εκτός μια μεγάλη ομάδα ανδρών του, ο Κισά Μπατζάκ τραυματίστηκε και αυτοκτόνησε.
Δε μπορεί κανείς να μη σκεφτεί ότι αν οι διαπραγματεύσεις με τον ΕΛΑΣ, για την ένταξη του Κυριάκου Παπαδόπουλου, άρα και των χιλιάδων ένοπλων τουρκόφωνων ποντίων, είχαν ευτυχή κατάληξη, η ιστορία της Αντίστασης και του Εμφυλίου πιθανόν να ήταν εντελώς διαφορετική, στην Κεντρική Μακεδονία. Σήμερα το όνομά του βρίσκεται επικεφαλής της λίστας με τους «φονευθέντες» στο ηρώο του Κούκο.
 


**Ο Γιώργος Κρήτος (καπετάν Θαλής), εκπρόσωπος τότε του ΕΑΜ στο 50ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ περιγράφει την κατάσταση:

«[…] Μητρική του γλώσσα η Τουρκική. Και παρόλο που από το ’22 ήλθαν στην Ελλάδα, οι γεροντότεροι εξακολουθούν να μην ξέρουν γρι ελληνικά. Είναι φανατισμένοι χριστιανοί. Τους διακρίνει ένα είδος μοιρολατρίας και σπαρτιάτικης πειθαρχίας που την επιτείνει το χαμηλό μορφωτικό τους επίπεδο. Υπακούνε στον αρχηγό τους τυφλά. Ο,τι πει αυτός. Πως μπορεί να μην είναι σωστό αυτό που θα πει ο αρχηγός; Εχουν όμως και ένα προσόν που δεν το έχουν οι άλλοι και κανένας δεν μπορεί να τους το αρνηθεί. Είναι άριστοι πολεμιστές, φημισμένοι σκοπευτές, ατρόμητοι πάνω στη μάχη, σωστά παλικάρια».
Και ήταν όντως άφθαστα τα παλικάρια του Κισά Μπατζάκ στο σημάδι, στο μαχαίρι και στις λεηλασίες! Κι έτσι τους κέρδισε η ΠΑΟ στις γραμμές του οποίου εντάχθηκε ως αξιωματικός ο Κισά Μπατζάκ διότι όπως δήλωσε ο ίδιος
«ουδεμία εμπιστοσύνην έχομεν εις την ηγεσίαν του ΕΛΑΣ. Αυτού ηγούνται σεσημασμένοι κομμουνισταί σκοπούντες επέκτασιν Σλαύων και όχι απελευθέρωσιν Πατρίδος».
Η στάση του Κισά Μπατζάκ απέναντι στους «σεσημασμένους κομμουνιστές» προκάλεσε όπως είναι φυσικό και το ενδιαφέρον των Γερμανών. Η πρώτη επαφή των δυνάμεων Κατοχής με τους κατοίκους του Κούκου και τον Κισά Μπατζάκ έγινε την άνοιξη του 1943 με την ευκαιρία εκκαθαριστικής επιχείρησης στην περιοχή του Ολύμπου και την εξόντωση των εκεί αντάρτικων ομάδων του ΕΛΑΣ. Τότε μπήκαν και οι βάσεις συνεργασίας των δύο πλευρών. Το πλαίσιο αυτής της συνεργασίας περιγράφεται σε έκθεση του Επιτελικού Γραφείου 1c του Γερμανού στρατιωτικού Διοικητή Θεσσαλονίκης-Αιγαίου:
«Οι εν Κούκω και ιδίως ο αρχηγός τους Κουτσαμπασάκ είχαν αποδείξει ήδη τότε μίαν απολύτως γερμανόφιλον στάσιν. Εξ αιτίας της στάσεως αυτής η κατά τον παρελθόντα Μάιον επιχείρησης εναντίον της περιοχής του Ολύμπου είχε λάβει προσωπικώς από την υπηρεσίαν 1c την εντολήν να φεισθή οπωσδήποτε του τόπου Κούκος. Ωσαύτως είχε δοθεί η εντολή να μη γίνουν εις τον εν λόγω τόπον έρευναι δια την ανακάλυψιν όπλων, δια να χρησιμοποιήσωμεν τον Κούκον και περαιτέρω ως μίαν φωλέαν αντιστάσεως».

Για την καλή τους διαγωγή, οι άντρες του Κούκου εκπαιδεύτηκαν από τους Γερμανούς με ευθύνη του Υπολοχαγού Φραντς Κράουτσμπέργκερ ο οποίος είχε ήδη στρατολογήσει 4045 τουρκόφωνους από την περιοχή της Βέροιας καθώς και 200 περίπου ρουμανίζοντες Βλάχους οι πλειοψηφία των οποίων ήσαν οπαδοί του Ζελέα Κοντρεάνου, αρχηγού της ρουμανικής, γερμανόφιλης «Σιδηράς Φρουράς». Ολες αυτές οι ομάδες εκπαιδεύτηκαν και έδρασαν στη Θεσσαλονίκη και την κεντρική Μακεδονία και βέβαια προστάτευαν χωριά όπως ο Κούκος.
Με αυτό τον τρόπο ο Φραντς Κράουτσμπέργκερ έβαλε τις βάσεις για τον εξοπλισμό του Κούκου και άλλων χωριών και τη συμμετοχή τους στη δημιουργία του Εθνικού Ελληνικού Στρατού.




***« ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΟΡΕΙΝΗ ΕΛΛΑΣ
ΕΘΝΙΚΑΙ ΟΜΑΔΕΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΝΤΑΡΤΩΝ
ΕΔΕΣ ΠΙΕΡΙΩΝ
Προς την Κεντρικήν Διοικούσαν Επιτροπήν ΕΔΕΣ Μακεδονίας
Όπου
Λαμβάνομεν την τιμήν να σας αναφέρωμεν τόσον εσάς όσο και του Αρχηγού Θ.Β. τα κάτωθι:
Κατόπιν της αναχωρήσεώς μας εκ Θεσσαλονίκης τη 19.7.44 και περί ώραν μμ Εις την γέφυραν Αλιάκμονος πλησίον του χωρίου Νισέλη και της Γερμανο-Ιταλικής Φρουράς συνηντήθημεν με τον αρχηγό του ΕΕΣ Κούκου Κυριάκου Παπαδόπουλου (Κισά Μπατζάκ) μετά του συνοδού του Λεωνίδα Καραβίδα αρχηγού πολιτικής οργανώσεως του ΕΕΣ και του οπλαρχηγού Θεοφίλου Λεοντιάδη και τεσσάρων άλλων συνοδών των και καθ’ ην στιγμήν εσταμάτησαν το αυτοκίνητόν των με δόλιο τρόπο και δείχνοντάς μας ειλικρινείς διαθέσεις και χειραψίαν.
Αυτομάτως μας επρότειναν τα αυτόματα Στάερ στα στήθη και οι υπόλοιποι ορμώντας με τα τουφέκια τους συνεπλάκημεν σε άγρια πάλη περίπου 25 λεπτά. Όπου κατώρθωσαν τον αφοπλισμόν μας. Εννοείται πάλην όχι δια των όπλων , αλλά σε γρονθοκοπήματα.
Βρίζοντας την Οργάνωσιν ΕΔΕΣ, το Αρχηγείον Ζέρβα-Βαή και την κυβέρνηση Καΐρου, Αλήται και προδότες της Πατρίδος. Επέμενε την εκτέλεση ή επιτόπου ή την παράδοσίν μας στους Γερμανούς.
Βλέποντας όμως την ακλόνητον και σταθεράν απόφασίν μας και φοβηθέντες ίσως τίποτε προδοσίαν άλλων εις τας Γερμανικάς Αρχάς εναντίον των αφήνοντάς μας τον οπλισμό μας έστειλαν μονάχους εις Μελίκη και δίνοντάς μας σημείωμα επισφραγισμένον, το οποίον σας στέλλομεν νας παραδίδουν εις την διάθεσιν του Καπετάν Γιώργη (Θεοδωρίδη) μέχρι νεωτέρας διαταγής.
Εμείς όμως όχι στις διαταγές τους δεν υπακούσαμε , αλλά πιάνοντας πια το βουνό εξακολουθούμε το έργο μας και με άλλους συντρόφους θα εκτελούμε τας διαταγάς σας μέχρι της πλήρους επιτυχίας του σκοπού μας και μέχρι της τελευταίας ρανίδος πολεμώντας κάθε αντίδραση.
Παρακαλούμεν την Κεντρική Διοικούσα Επιτροπή όπως ζητηθή εκ μέρους της Κυβερνήσεως Καΐρου την καταδίκη τους εις θάνατον των ως άνω αναφερομ΄΄ενων τριών πρώτων ονομάτων ειδ’ άλλως θα προβούμεν οι ίδιοι των αυτών αντιποίνων, σκεφθήτε και διαλέξετε.
Μετά τιμής
Οι κάτωθι υπευθύνως υπογράφοντες
Γεώργιος Βρουστάκης, Ευάγ. Καγάλης.























ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΔΩ... " ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ (Κισά μπατζάκ) "

ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ (Τσιμενλή Τιμίτ)


Ο Δημήτρης Χαραλαμπίδης,γεννήθηκε σε χωριό της περιοχής της Σαμψούντας κατά την 1η περίοδο του αντάρτικου.
Βοηθούς του είχε,τους γιούς του Θόδωρο (σκοτώθηκε στο Τσιμενλί) και Δημοσθένη (σκοτώθηκε στη μάχη του Αγιού Τεπέ)
.


















ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΔΩ... " ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ (Τσιμενλή Τιμίτ) "

ΚΟΣΜΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ (Ιστύλ Αγάς)

Ο Ιστύλ Αγάς,ήταν αδερφός του Ηλία Κοσμίδη (ήταν οπλαρχηγός της περιοχής Σαμψούντας. Πέθανε στην Όξε και ο θάνατος του προκάλεσε βαρύτατο πένθος σε όλο τον χριστιανικό πληθυσμό.).  
Ο Ιστύλ Αγάς που τον αντικατέστησε, έγινε  αρχηγός της περιοχής Σαμψούντας με υπαρχηγούς τον Κωνσταντίνο Παπουλίδη από το χωριό Όξε και τους Γεώργιο Τσακαλή και τον Γιαγκούλα. 
Γεννήθηκε το 1886 στο χωριό Κοβτσάπογαρ ή Κοβτζέ Πουγάρ της Σαμψούντας (ΝΔ περίπου 10 χιλιόμετρα). Πέθανε στη Δράμα το 1940. 

Στον τάφο του στη Δράμα αναφέρονται αλλά δύο ονόματα :
  • Μάρω Κοσμίδου γεν. το 1922 , απεβίωσε εις Δράμαν το 1943
  • Κυριακή Κοσμίδου : απεβίωσε την 3.1.73 ετών 75


















ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΔΩ... " ΚΟΣΜΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ (Ιστύλ Αγάς) "

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ (Βασιλ-Αγάς)



Η ζωή και δράση του είναι ένα κομμάτι μέσα στο μωσαϊκό των γεγονότων που διαδραματίστηκαν στις αρχές του αιώνα μας και καθόρισαν ουσιαστικά τα σημερινά σύνορα της Πατρίδας μας. Γεννήθηκε στο χωριό ΚΙΖΙΚ της επαρχίας ΑΠΕΣ του Νομού Σεβάστειας του Πόντου στα 1888. Σπούδασε αρχιτεκτονική κοντά σε Γάλλο αρχιτέκτονα και έγινε σπουδαίος εργολάβος δημοσίων έργων. Λόγω της ιδιότητάς του αυτής πολλοί συγγραφείς τον αναφέρουν και σαν ΒΑΣΙΛ ΟΥΣΤΑ δηλαδή Μαστροβασίλη.
Την ζωή του σημαδεύει λίγο πριν την έναρξη του Α παγκοσμίου πολέμου το γεγονός ότι αναγκάζεται να σκοτώσει τον Τούρκο βιαστή της γυναίκας του αδελφού του και έκτοτε ζει στην παρανομία. Στα 1914 ξεκινά ο Α παγκόσμιος πόλεμος. Στο μέτωπο του Καυκάσου Ρωσικός και τουρκικός στρατός σπρωγμένοι και από το μίσος των ηγετών τους ρίχτηκαν σαν άγρια λιμασμένα θεριά να αλληλοσπαραχτούν. Η Ρωσία από τα 4 σώματα στρατού που είχε στο μέτωπο του Καυκάσου αναγκάζεται τα 3 να τα στείλει στο μέτωπο της Πολωνίας και στο τουρκικό μέτωπο απόμεινε μόνο ένα. Με το σώμα αυτό και με εφέδρους ξεκινά τις επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων και μπαίνει μέσα στο τουρκικό έδαφος.
Όμως οι Τούρκοι αντεπιτίθενται από τον Νοέμβριο με επιτυχία αποκρούουν τους Ρώσους και προωθούνται ως τα Ρωσικά σύνορα. Ετοιμάζουν να εξαπολύσουν αιφνιδιαστική επίθεση και να συλλάβουν τον Τσάρο για τον οποίο έχουν πληροφορίες ότι έχει επισκεφθεί το μέτωπο του Καυκάσου. Τον τσάρο και την Ρωσία σώζει η θανατερή παγωνιά που ενέσκηψε την νύχτα της προετοιμαζόμενης επίθεσης και οι Τούρκοι δεν μπορούν να ξεμυτίσουν από τις θέσεις τους. Σύντομα μεταβλήθηκαν σε πολιορκημένους και έχασαν χιλιάδες στρατιώτες στις φονικότατες μάχες στα βουνά του Καυκάσου. Αιχμάλωτοι συνελήφθησαν και από τις δύο μεριές και μεταξύ αυτών ένας Ρώσος στρατηγός τον οποίο φυλάκισαν οι Τούρκοι στις φυλακές της Σεβάστειας. Εν τω μεταξύ οι Ρωμιοί που υπηρετούν στον Τουρκικό στρατό τον εγκαταλείπουν κατά χιλιάδες και μετατρέπονται σε λιποτάχτες. Με τέτοιους λιποτάχτες σχηματίζει ο Βασίλειος Ανθόπουλος ομάδα ανταρτών και κάποια μέρα επιτίθεται αιφνιδιαστικά στις φυλακές της Σεβάστειας εξουδετερώνει την τουρκική φρουρά και απελευθερώνει τον αιχμάλωτο Ρώσο στρατηγό. Έτσι κερδίζει την εμπιστοσύνη των Ρώσων δημιουργώντας μεγάλη εντύπωση στην Ρωσική αυλή και το Ρωσικό επιτελείο, το οποίο παίρνει εντολή να ενδιαφερθεί για τον τολμηρό άνδρα και να έλθει σε επαφή μαζί του μέσω των πρακτόρων του. Στη συνέχεια οι Ρωσικές μεραρχίες κατανικούν τον Τουρκικό στρατό και μπαίνουν βαθιά μέσα στο Τουρκικό έδαφος απελευθερώνοντας μεγάλο μέρος του ιστορικού Πόντου.
Οι Τούρκοι πανικόβλητοι εγκαταλείπουν την πρωτεύουσα του Πόντου Τραπεζούντα την οποία παραδίδουν στους Έλληνες και ιδιαίτερα στον μητροπολίτη ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟ. Ιστορική παρέμεινε η προσφώνηση του τούρκου βαλή Τσεμάλ προς τον Μητροπολίτη Χρύσανθο. Από τους Έλληνες την πήραμε στους Έλληνες και την παραδίδουμε. Σταματούν όμως, την προέλασή τους στον ΧΑΡΣΙΩΤΗ ποταμό λίγα χιλιόμετρα πριν την κατάληψη της Τρίπολης. Έτσι ο Πόντος χωρίζεται στα δυο. Στον Ανατολικό πόντο που μετά την απελευθέρωσή του παρουσιάζει εκπληκτική ανάπτυξη σε όλους τους τομείς και τον δυτικό Πόντο που στενάζει ακόμη κάτω από την σκλαβιά των τούρκων και περιμένει εναγωνίως τους Ρώσους να έλθουν για απελευθέρωσή του. Αυτό το διάστημα ο Βασίλειος Ανθόπουλος παίρνει το μήνυμα από τους Ρώσους επιτελείς που εδρεύουν στην Τραπεζούντα και μετά από δεκαήμερη πορεία μέσα στα βουνά καταφέρνει να φτάσει στην Τραπεζούντα. Συναντιέται με το Ρώσο Συνταγματάρχη ΑΡΤΑΤΩΦ προϊστάμενο της Ρωσικής μυστικής υπηρεσίας πληροφοριών και του εκθέτει τις ιδέες του για απελευθέρωση του ΠΟΝΤΟΥ. Μιλά με πάθος και πεποίθηση για τη σοβαρή ενίσχυση που θα μπορούσαν να δώσουν οι Ρωμιοί αν εξοπλίζοντας από τους Ρώσους και αν οι τελευταίοι έκαμναν ορισμένες απαραίτητες πολεμικές επιχειρήσεις. Ο ρώσος συνταγματάρχης άκουσε προσεχτικά τον νευρώδη, άνδρα με τα μαύρα ζωηρά μάτια που είχε δείξει τόση παλικαριά στην απελευθέρωση του Ρώσου στρατηγού βάζοντάς τα με τους τούρκους και κάνοντάς τους να τον τρέμουν. Ωστόσο όμως έβλεπε ότι ο ενθουσιασμός του Έλληνα υπερέβαλε τις δυνατότητες και ήθελε πρακτικά να διαπιστώσει τι πραγματικά μπορούσε να προσφέρει στη δημιουργία μεγάλου αντάρτικου στα μετόπισθεν των Τούρκων. Έτσι συμφώνησαν να του δώσουν όπλα και αυτός να στρατολογήσει τους ρωμιούς λιποτάχτες στην περιφέρεια της Σαμψούντας όπου πλειοψηφούσε το ρωμαίικο στοιχείο. Σε αντιστάθμισμα οι Ρώσοι υποσχέθηκαν γρήγορα να προελάσουν και να απελευθερώσουν και τον δυτικό πόντο που καταδυναστεύονταν αφάνταστα από τους Νεότουρκους. Η συνάντηση κλείνει με μία τελετή κατά την οποία οι Ρώσοι παρασημοφορούσαν τον Βασίλειο Ανθόπουλο για την απελευθέρωση του Ρώσου στρατηγού και του απονέμουν το αξίωμα και τη σχολή του Ρώσου αξιωματικού που έκτοτε δεν αποχωρίζεται.

Η βοήθεια των Ρώσων σε οπλισμό ξεκινά από 35 γιαπωνέζικα όπλα και γρήγορα θα φτάσει τις 2000. Ο Βασίλ-ουστά είναι μεθοδικός, αεικίνητος, γρήγορος στις αποφάσεις του και τολμηρός.
Οργανώνει υπηρεσία πληροφοριών και συγκεντρώνει στρατιωτικές πληροφορίες για τις τουρκικές δυνάμεις της Σαμψούντας για τη σύνθεση τους και για τις μετακινήσεις τους. Καταδιώκει τουρκικές συμμορίες που σφάζουν αμάχους ρωμιούς και πυρπολούν τα χωριά τους. Τους συλλαμβάνει και τους εκτελεί.

Γίνεται το φόβητρο των Τούρκων. Δίνει αέναες μάχες και ξεφεύγει από τον κλοιό των Τούρκων οι οποίοι οργανώνουν πάση θυσία την εξόντωσή του. Ο Βασίλειος ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ ή Βασίλ-ουστά ή Βασιλ-Αγάς αναγνωρίζεται σαν γενικός αρχηγός των αντάρτικων δυνάμεων του δυτικού πόντου που συνεχώς αυξάνονται μπροστά στην συστηματική γενοκτονία του ποντιακού Ελληνισμού με τις εκτοπίσεις στα ενδότερα.

Στην προσπάθειά του να προωθήσει 2000 όπλα που του στέλνουν οι Ρώσοι, δέχεται την επίθεση ενός τάγματος τουρκικού στρατού. Εδώ δείχνει μεγάλες στρατιωτικές ικανότητες, αγωνιστικότητα και ευψυχία. Καταφέρνει να αποκρούσει τους Τούρκους, αποδεκατιζοντάς τους, να τους αποφύγει και να περατώσει την επιχείρηση μεταφοράς των οπλών στους αντάρτες της ΣΑΜΨΟΥΝΤΑΣ με επιτυχία. Στη συνέχεια τράβηξε για τα μεσόγεια του Πόντου, για να οργανώσει καινούργιο αντάρτικο. Έχει πλέον ξεκάθαρες αντιλήψεις για ένοπλη αντίσταση των Ελλήνων του πόντου και της Μικράς Ασίας ενάντια στους Νεότουρκους γιατί έχει αντιληφθεί τις προθέσεις τους για συστηματικό εξανδραποδισμό του ελληνικού στοιχείου κατά το πρότυπο εξόντωσης των Αρμενίων λίγο νωρίτερα. Περιμένει πάντα εναγωνίως την βοήθεια των Ρώσων και την προέλασή τους όμως ο χρόνος περνούσε φτάσαμε στο Σεπτέμβριο του 1916 και ο αρχικαπετάνιος κυριεύτηκε από μεγάλη αγωνία και αδημονία. Ο ρωσικός στρατός δεν φαίνονταν πουθενά να έλθει να ελευθερώσει το δυτικό πόντο, ύπνος δεν τον έπιανε. Τριγυρνούσε στο λημέρι του σιωπηλός και σκέφτονταν τη φωτιά που άναψε στον δυτικό πόντο χωρίς να φαίνεται πουθενά η λυτρωτική  οπτασία της λευτεριάς. Έτσι αποφάσισε να πάει ο ίδιος στην Τραπεζούντα αφού διαπίστωσε έντρομος κάτι που δεν ήθελε να πιστέψει. Ότι δηλαδή οι Ρώσοι δεν είχαν σκοπό να προχωρήσουν και να καταλάβουν τον Δυτικό Πόντο όπως είχαν συμφωνήσει. Δεν γνώριζε τις πανωλεθρίες του Ρωσικού στρατού στις μάχες του με τους Γερμανούς και την επανάσταση που ετοίμαζε τον επόμενο χρόνο στα 1917 ο ΛΕΝΙΝ μέσα στην ΡΩΣΙΑ. Δεν κατάφερε να συμφιλιωθεί με την ιδέα της Ρούσικης εγκατάλειψης και έτσι πήρε την απόφαση να ξαναπάει ο ίδιος στην Τραπεζούντα να εξακριβώσει από τους υπεύθυνους στρατιωτικούς παράγοντες την αλήθεια.
Προηγουμένως είχε πάει στα λημέρια των ανταρτών της Σαμψούντας και συνεννοήθηκε με τους καπετάνιους της περιοχής για τη νέα μακρινή αποστολή του.

Όλοι συμφώνησαν μαζί του πως έπρεπε να πιεστούν οι Ρώσοι να τηρήσουν την υπόσχεσή τους και προπάντων να δώσουν περισσότερα όπλα για την αντιμετώπιση της εκδικητικής μανίας των Τούρκων που ξέσπασε πάνω στα άμαχα και αθώα γυναικόπαιδα. Πήρε μαζί του 80 διαλεχτά παλικάρια για την μεγάλη και επικίνδυνη αποστολή προς την Τραπεζούντα.
Τον συνόδευαν οι ευχές όλων των καπετανέων του δυτικού πόντου. Μια πορεία δύσκολη μέσα σε πυκνά δάση μόνο τη νύχτα και με τον φόβο να μην τους δουν και τους καταδώσουν οι Τούρκοι. Μια εποποιία με συνεχείς μάχες και τον κίνδυνο να συλληφθούν αιχμάλωτοι ή να σκοτωθούν. Το πρωτοπαλίκαρό του ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ που διέσωσε το ημερολόγιο του ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ και το έκανε βιβλίο με τίτλο ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ περιγράφει με παραστατικό τρόπο τους κινδύνους που διέτρεξαν και την μεγαλοσύνη του αρχηγού που αποδείχτηκε και πάλι ευφυέστατος, οξυδερκής, γενναιόψυχος και κατάφερε να ξεφύγει από τον συνεχή ασφυκτικό τουρκικό κλοιό και να φτάσει με χίλια βάσανα και πάλι στην Τραπεζούντα .

Σε όλη αυτή την περιπέτειά του τον συνόδευε η γυναίκα του Αναστασία που αποδείχθηκε άξια σύντροφος και αγωνίστρια. Η συνάντησή του με τον ΑΡΤΑΤΩΦ δεν τον ικανοποίησε. Του εξέθεσε την τραγική θέση των Ελλήνων του δυτικού πόντου μετά την καθυστέρηση προέλασης του Ρωσικού στρατού. Ο Ρώσος συνταγματάρχης του έδωσε αόριστες υποσχέσεις και γενικά ξέφευγε από την συζήτηση. Η κατάσταση στο εσωτερικό της Ρωσίας από την προετοιμαζόμενη επανάσταση του Λένιν και οι τραγικές ήττες του Ρωσικού στρατού στο ανατολικό μέτωπο δεν επέτρεπαν καμιά αισιοδοξία. Το μόνο που κατάφερε ο Βασίλ-ουστά ήταν να πάρει εξοπλισμό για εξακόσιους νέους αντάρτες και να δραστηριοποιηθεί εκ νέου στα μετόπισθεν του τουρκικού στρατού.



Τα γεγονότα στη συνέχεια είναι γνωστά οι Ρώσοι μετά την επανάσταση πέταξαν τα όπλα τους και εγκατέλειψαν τον Πόντο στην εκδικητική μανία των Τούρκων. Ο Βασίλ-ουστά φεύγει και έρχεται με την οικογένεια του στην Ελλάδα. Συναντιέται με Έλληνες αξιωματικούς και ιδιαίτερα συνδέεται με τον αξιωματικό ΑΚΟΓΛΟΥ ΞΕΝΟΦΩΝ εθελοντή του τάγματος του Πόντου. Προτείνει και απαιτεί βοήθεια από την Ελλάδα. Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν υπάρχει ανάλογη ανταπόκριση. Ο Βενιζέλος δεν έχει πολιτική εξ αρχής για τον Πόντο. Στις μέχρι τότε διεθνείς σχέσεις του ήταν υπέρ της Αρμενικής λύσης δηλαδή Ποντιοαρμενικού κράτους που έβρισκε αντίθετο τον Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο και γενικά αγνοούσε και την αξία του ποντιακού Ελληνισμού. Έτσι δεν αποστέλλονται αξιωματικοί όπως θα έπρεπε στον Πόντο για να οργανώσουν τους χιλιάδες αντάρτες, που φλέγονταν από ενθουσιασμό και θέληση να υπερασπίσουν τα ιερά και όσια τους. Έμειναν μόνοι και αβοήθητοι και ότι έκαναν το έκαναν μόνοι τους. Αλλά και οι προύχοντες του Πόντου και όσοι συμμετείχαν στην βουλή του ανεξάρτητου πόντου του ΒΑΤΟΥΜ δεν μπόρεσαν να δουν την δυναμική του Κεμαλικού κινήματος. 




Απόγονοι του Βασίλ'αγά,μπροστά
το άγαλμά του στην Σκύδρα
Πίστεψαν ότι η γονατισμένη Τουρκία της συνθήκης των Σεβρών δεν επρόκειτο ποτέ να σηκώσει κεφάλι. Δεν εδημιούργησαν στρατιωτική υποδομή στον Ανατολικό  Πόντο και δεν είχαν στρατιωτική παρουσία στον δυτικό. Άφησαν τους τούρκους εθνικιστές με επικεφαλής τον Τοπάλ Οσμάν να καταφύγουν στις σφαγές με σκοπό να αλλοιώσουν δημογραφικά τον Πόντο, και την Μικρά Ασία από την παρουσία των Ελλήνων εν μέρει το κατάφεραν. Αν όμως είχαν αποβιβαστεί νωρίτερα από τον Κεμάλ στα χωριά και τις πόλεις του δυτικού πόντου έλληνες στρατιωτικοί δεν θα μπορούσε να εγκληματεί κάθε Τοπάλ Οσμάν χωρίς τον φόβο των αντιποίνων.
 
Αυτή είναι η κριτική του Πόντιου ιστορικού και συγγραφέα ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑΔΗ και δείχνει ότι πολλοί ήσαν αυτοί που δεν φάνηκαν αντάξιοι των περιστάσεων.
Έλειψε δηλαδή από όλους τους προαναφερόμενους το πνεύμα αγωνιστικότητας και θυσίας και προβλεπτικότητας που διέκρινε τον ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΑΝΘΟΠΟΥΛΟ ο οποίος και πάλι επέστρεψε στον Πόντο όπου άφησε τα κόκαλά του αφού σκοτώθηκε σε ενέδρα από τους Τούρκους. Προτίμησε δηλαδή ως πραγματικός αρχηγός αντί να μείνει στην ελεύθερη Ελλάδα να γυρίσει πίσω και να δώσει δραματικό τέλος στη ζωή του μπροστά στο δράμα χωρίς τέλος του ποντιακού και του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Η αγωνία του να συντηρήσει τα αντάρτικα σώματα τον σπρώχνει στην παράτολμη ιδέα την οποία και κάνει πράξη να νοθεύσει το τούρκικο νόμισμα. Το καταφέρνει αλλά η τύχη του και η ζωή του έχει πλέον προδιαγραφεί. Έχει επικηρυχθεί από το Κεμαλικό καθεστώς και δολοφονείται σε ενέδρα στην Κων/πολη αφού κατάφερε να σκοτώσει δύο από την ομάδα των δολοφόνων του.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑΣ

Ποίημα για τον Βασίλ' αγά
 
Ποιητής  Κων/νος Ανδρεάδης
30 Καλομηνά 1998
,Λιποχώρι Πέλλας


(Βασίλ–Αγάς) Ριζό Σκύδρας
1888 – 1922


Ένας Αητένς, τρανός Αητένς ασή Ακρίτα γαίμαν έρθεν Σκύδρααν κ΄ εγόνεψεν και φαίνεται άμον ψέμα.

Πετά αδά ολόγερα με τ΄ άρματα ζωσμένος

τα φισακλίκια σταυρωτά σ΄ ωμία φορτωμένος.

Αυτός τρανός Σταυραετός σου Πόντου τα ραχία χρόνια πολλά ετυρένιζεν τα Τούρκικα τα ψήα.

Σα δυσακά των Κομνηνών την Αυτοκρατορίαν Λιθάρ εσέγκεν και Θεμέλ΄ για την ελευθερίαν.

Η γη εσυνταράουσουν όπου ατός επάτνεν

Βασίλ Αγάς με τ΄ όνεμαν πάντα μαρτέν εκράτνεν.

Ατός έτον Τραντέλλενας οπλαρχηγός με βούλαν

τοι Τούρκ΄ς όλ΄ τς εταγούτεψεν κι εκρέμασεν την γούλαν .

Ατοίν΄τς όλ΄ τς επολέμεσεν, έγραψεν ιστορίαν

ση Πάφρας τα ψηλά ραχιά, Λεονταρί καρδίαν.

Εκεί σα Άγια χώματα σου Πόντου τα παρχάρα ποτάμ΄ το αίμα έξενα κι επότσεν τα χορτάρα.

Κι εμείς εσέν Ανθόπουλε μεγάλε Καπιτάνε

Μνημείο τώρα έστεσαμ΄ ο κόσμον ας μαθάνε.

Βασίλ΄ ουστά επολέμεσες για την ελευθερίαν για Πόντο, οικογένεια και για ορθοδοξία.

Και η Πατρίδα πρέπ΄ να εφτάει το χρέος ατς πα μίαν Βασίλ Αγά το όνεμας ας γράφτ΄ σην ιστορίαν.

Τα γενεάς που έρτανε την μνήμης να τιμούνε

το χρόνον μίαν δάφνενον στεφάν΄ εσέν χρωστούνε.

Ολίγα κ΄ άλλο ας γράφτομε, Βασίλ Αγά Θερίον

κάποτε θα διαβάσκουνταν σ΄ Ελληνικόν Σχολείον.

Έγκεν κι εφέκεν σο Ριζό γαρήν και τα παιδιά τ΄

κι αμάν εκλώστεν ξαν εκεί π΄ επέμνεν η καρδιά τ΄

Έτονε το δέκα οκτώ που έρθεν τη χρονίας

οι Τούρκ΄ σον Πόντον έκαιγαν χωρία, πολιτείας.

Η ψη ατ΄ έτονε να πάει σ΄ Αντάρτικα ομάδας

τον Τούρκον για να κυνηγά π΄ εκλαίνιζεν μανάδας.

Εκεί ανδραγαθήματα εποίκεν με Θυσίας

κι εφέκεν σε ζογρόν κλαδίν τοι Τσέτες τη Τουρκίας.

Τοι Τούρκ΄ ς εντούνεν σο κιφάλ σην ψην και σην καρδίαν κι εφείνεν ατοίν΄ τς να έκαιγαν Σχολείον και εκκλεσίαν.

Εγλύτωσεν και Στρατηγόν Ρώσσον φυλακισμένον

επείρεν και παράσημον αέτ ς έτον γραμμένον.

Κι θέλω εγώ παράσημα, δόξας ασοί Ρουσσάντας φουσέκια είπεν δώστεμεν να κρούω τοι Τουρκάντας.

Ατό έτον το παλικάρ΄ θάνατον κι εφογούντον

Βασίλ Αγάς με τ΄ όνεμαν τον Πόντο ελυπούντον.

Έλεπεν που εβοήθαναν οι τρανοί την Τουρκίαν

εγροίξεν πως εσούμωνεν σ΄ εμάς γενοκτονίαν.

Εκεί σα μέρα τα Άγια εφέκεν την ζωήν ατ΄

με το μαρτέν πάντα σο χερ΄ παρέδωκεν την ψην ατ΄






























ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΔΩ... " ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ (Βασιλ-Αγάς) "